Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιζεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κιζεύω Προφορά: κιζεύω
  1. οργίζομαι, αγανακτώ, θυμώνω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. οργίζομαι, εκνευρίζομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. θυμώνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Ιδίωμα:
    Σουρμένων

    Παράδειγμα:
    Ο γυιόν τη Παπαναστάσ’ εκίζεψε να σκοτών’ το ζαπτιέ.

Παρατηρήσεις - Σχόλια