Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κετσινεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κετσ̌ινεύω Προφορά: κετσινεύω
  1. νοικοκυρεύομαι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ζώ, περνώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κετσ̌ινμέκ

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

    Παραδείγματα:
    1) Την Δευτέραν κετσ̌ινεύνε, οι τεμπέλ’ που ’κί δουλεύ’νε.
    2) Σά Σούρμενα τα δουλείας κεσάτκα και ’κ’ επόρ’νεν να κετσ̌ινεύ'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια