Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλεπές (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αλεπέσ̌ Προφορά: αλεπές
  1. αλεπουδιά, πονηριά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Άσ' τ' αλεπέσ̌α̤ και καλάτσ̌εψον τογρία.

Παρατηρήσεις - Σχόλια