Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κερέτσ (το) [Ουσιαστικό]

Προφορά: κερέτσ
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    1) η κόρα του ψωμιού
    2) σκληρή πέτσα σε πληγή

  2. η κόρα του ψωμιού (το πάνω μέρος του ψωμιού που είναι ξερό) Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια