Ερμηνεία: με άσχημο ακανόνιστο σχήμα
Αρσενικό: Ενικός: γουρουμσούζης / γουρουμσού͜ης Πληθυντικός: γουρουμσούζοι / γουρουμσούζ'
Θηλυκό: Ενικός: γουρουμσούζαινα Πληθυντικός: γουρουμσούζ'
Ουδέτερο: Ενικός: γουρουμσούζικον / γουρουμσούζ'κον Πληθυντικός: γουρουμσούζικα / γουρουμσούζ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.