Ποιητικό
Προέλευση: από το ουσιαστικό άγουρος = άνδρας
Παράδειγμα: Είχͮεν γούρους και στρατηγούς φίλους τους λεοντάρους.
Ενικός: γούρος Πληθυντικός: γούροι / γούρ'