Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεμεντζετζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κεμεντζ̌ετζ̌ής Προφορά: κεμεντζετζής
  1. λυράρης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    εκείνος που παίζει κεμεντζ̌έ, λύρα

    Παράδειγμα:
    Ο Σταύρης ο κεμεντζ̌ετζ̌ής επέθανεν σήν Καλαμαρίαν.

    Ιδίωμα:
    Τραπεζούντας

Παρατηρήσεις - Σχόλια