Επιπλέον Ερμηνείες: κάνουλα, το ελληνικό κρουνός
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κουρνά
Ιδίωμα: Τσίτης
Παράδειγμα: Έβαλαμεκ’ έναν γουρνάν να μή διαβαίν κά’ το περβάζ’.