ερμηνεία: ο μεθυσμένος από ούζο
Αρσενικό: Ενικός: ρακομεθυσμένος Πληθυντικός: ρακομεθυσμένοι / ρακομεθυσμέν'
Θηλυκό: Ενικός: ρακομεθυσμένισα / ρακομεθυσμέν'σα / ρακομεθυσμέντσα Πληθυντικός: ρακομεθυσμένοι / ρακομεθυσμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: ρακομεθυσμένον Πληθυντικός: ρακομεθυσμένα
[Επίρρημα: ρακομεθυσμένα]
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.