Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χιλάχαρος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮιλά̤χαρος Προφορά: σιλεάχαρος
  1. δυστυχής χίλιες φορές άχαρος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εκείνος πα’ ο χͮιλά̤χαρον έτον είνας γέρος κούκουρος.
    2) Πού να εδέβεν ατέ η χͮιλάχαρος;

  2. πολύ δυστυχισμένος άξιος συμπάθειας και στοργής (κατ' ευφημισμό) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια