Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πυκνοτέρεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πυκνοτέρεμαν Προφορά: πυκνοτέρεμαν
  1. συνεχές βλέμμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. βλέμμα συχνό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια