Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
στομόπον (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: στομόπον
Προφορά: στομόπον
μικρό στόμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Υποκοριστικό του "στόμα"
Παράδειγμα:
Το γάλαν ατ’ς εν’ οφιδί’, έκαψεν το στομόπον.
στόμα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Ιδιωματική Εκδοχή
στόμα (το)
Παρατηρήσεις - Σχόλια