Προέλευση:
από το αρχαίο ελληνικό ουσιαστικό στόλος = εξάρτυση στόλου
Χρήση από:
Π. Μελανοφρύδη
Παραδείγματα:
1) Γουρπάν ευτάγ’ ατο σ’ αγουρίων το στόλος.
2) Κι όλον απάν’ εφόρεσεν του κυρ' ήλιε τον στόλον.
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στόλος=εξάρτυση στόλου