Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στοιβάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στοιβάζω Προφορά: στοιβάζω
  1. στοιβάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εστοιβάουσαν απάν’ ατ’. (μαζεύονταν πολλοί κοντά του)
    2) Όθεν καικά εκάθουτον, εστοιβάουσαν απάν’ ατ’.

  2. 1) βάζω το ένα πάνω στο άλλο 2) κάνω στοίβα ή στοιβάδα 3) κάνω στοίβα - σωρό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια