στεφανώνωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Ο Δεσπότ’ς εστεφάνωσεν ατον. (ιερουργώ κατά το στεφάνωμα)
2) Ο Γιωρίκας εστεφάνωσέ με. (είμαι κουμπάρος, κρατώ τα στέφανα)
τελώ το μυστήριο του γάμουΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη στεφανώ= περικυκλώνω, περιτρέχω
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.