Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

στέφανον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στέφανον Προφορά: στέφανον
  1. γάμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Μάραντε μ’ πρώτον στέφανο μ’, χουλα̤ρ’ νερόν σα χͮείλα̤ μ’.

  2. το στεφάνι της γαμήλιας τελετής, ο ή η σύζυγος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη στέφανος

Παρατηρήσεις - Σχόλια