Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στερέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: στερέα Προφορά: στερέα
  1. στεριά, γη Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ασφάλεια (μεταφορικά)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ση στερέαν ντ’ έστεκα και σον γκρεμόν ντ’ ερούξα.
    2) Εχάσεν τα στερέας ατ’. (τρελάθηκε από έρωτα ή χαρά)
    3) Ρίζα μ’ και στερέα μ’. (προσφώνηση σε προσφιλές πρόσωπο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια