Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

στένω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: στένω Προφορά: στένω
  1. στήνω, παιδεύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ἔστησα, αόριστος του αρχαίου ρήματος ἵστημι

    Παραδείγματα:
    1) Στέσον ατέν’ απέσ’ ση μεσ’ κι ο κόσμος ας φωτάζει.
    2) Έστεσεν κρυφόν πόλεμον χωρίς χαπάρ’ να δι’ μας.
    3) Στένω απάν’ σα τσιλίδα̤.
    4) Έστεσεν απ’ οπίσ’ ατ’. (τον παίδεψε)

  2. στερεώνω, φυτεύω βάζω κάτι να σταθεί όρθιο, κάνω κάποιον να σταθεί στερεά, σταματώ (να κάνω κάτι), καθιερώνω κάτι γραπτά, κάνω να αναβλύσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. στήνω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

Παρατηρήσεις - Σχόλια