Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

σταφυλίτσα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: σταφυλίτσα Προφορά: σταφυλίτσα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) η σταφυλή του ουρανίσκου
    2) είδος χόρτου του οποίου τα φύλλα έχουν κολλώδη ουσία, ο καρπός δε βοτρυώδης. Το χόρτο αυτό γίνεται εξαιρετική σαλάτα. Εν είδει καταπλάσματος χρησιμοποιείται για οιδήματα του δέρματος και του σπληνός. (Κούσης)

    Χρήση από:
    Κούσης

Παρατηρήσεις - Σχόλια