Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γουρεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: γουρεύω Προφορά: γουρεύω
  1. ετοιμάζω, τοποθετώ, στήνω, κουρδίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Γούρεψον, ρίζα μ’, το τραπέζ’ και θέκον τα σκαμνία. (ετοιμάζω)
    2) κάνω σχέδιο
    3) Εγούρεψεν το χͮορομύλ’ γουρέψτεν το χορόν. (τοποθετώ, στήνω)
    4) Ενέσπαλα να γουρεύω την ώραν. (κουρδίζω)
    5) Γουρεύω τα χαρτία. (ετοιμάζω)
    6) Γουρεύω την ώραν. (κουρδίζω)

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική kurmak

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

  2. στήνω, προετοιμάζω, ετοιμάζω Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια