Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Γούρεψον, ρίζα μ’, το τραπέζ’ και θέκον τα σκαμνία. (ετοιμάζω)
2) κάνω σχέδιο
3) Εγούρεψεν το χͮορομύλ’ γουρέψτεν το χορόν. (τοποθετώ, στήνω)
4) Ενέσπαλα να γουρεύω την ώραν. (κουρδίζω)
5) Γουρεύω τα χαρτία. (ετοιμάζω)
6) Γουρεύω την ώραν. (κουρδίζω)
Προέλευση:
τουρκική, από την τουρκική kurmak
Ιδίωμα:
Σαντάς