Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γλύσιμον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γλύσιμον Προφορά: γλύσιμον
  1. λιώσιμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. διάλυση, συντριβή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    γλύνω

Παρατηρήσεις - Σχόλια