Προέλευση: τούρκικη
Παραδείγματα: 1) Τα παρχάρα̤ ατσ̌ούχα είν'. 2) Η θυατέρα 'τς ατσ̌ούχαινα έν'.
Υποκοριστικό: ατσ̌ουχόπον
Παράγωγο: ατσ̌ουχωτός
Αρσενικό: Ενικός: ατσ̌ούχ'ς Πληθυντικός: ατσ̌ούχοι / ατσ̌ούχ'
Θηλυκό: Ενικός: ατσ̌ούχαινα Πληθυντικός: ατσ̌ούοι / ατσ̌ούχ'
Ουδέτερο: Ενικός: ατσ̌ούχ'κον Πληθυντικός: ατσ̌ούχ'κα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.