απαροθυμία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: απαροθυμία
Προφορά: απαροθυμία
-
νοσταλγία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
το να σταματήσει κάποιος να νοσταλγεί
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης