Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

απαρδάλ (το) [Επίθετο, Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απαρδάλ' Προφορά: απαρδάλ
  1. αδέσποτο αυτό που μακάρι να χαθεί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ρημάδι, παλιόρουχο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    απαρδάλ(ι)

  3. αδέσποτο εκείνο που είθε να χαθεί, να καταστραφεί (πάντοτε σαν κατάρα) Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο πάρδαλις (παρδαλός)

    Παραδείγματα:
    1) Άκλερα και απαρδάλα̤ να γίν’νταν. (αδέσποτο)
    2) Αστόχͮ και απαρδάλ' να γίνεται. (αδέσποτο)
    3) Τοπλάεψον και έπαρ’ τα τα φορτωδέματα σ’ μη γίνταν απαρδάλα̤. (αδέσποτο)

Παρατηρήσεις - Σχόλια