αδέσποτοαυτό που μακάρι να χαθείΠηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
ρημάδι, παλιόρουχοΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
απαρδάλ(ι)
αδέσποτοεκείνο που είθε να χαθεί, να καταστραφεί (πάντοτε σαν κατάρα)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
από το αρχαίο πάρδαλις (παρδαλός)
Παραδείγματα:
1) Άκλερα και απαρδάλα̤ να γίν’νταν. (αδέσποτο)
2) Αστόχͮ και απαρδάλ' να γίνεται. (αδέσποτο)
3) Τοπλάεψον και έπαρ’ τα τα φορτωδέματα σ’ μη γίνταν απαρδάλα̤. (αδέσποτο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: το απαρδάλιν / απαρδάλ'
Πληθυντικός: τα απαρδάλα̤
Σχόλιο: Ουσιαστικοποιημένο επίθετο, με επικράτηση τους ουδετέρου γένους.