Ερμηνεία: πετρώδες και ξερό
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Τ’ άκρας τη χωραφί’ γουράτσ̌α̤ κι η μέσε παχͮυχωμία.
Παράγωγο: γουρατσ̌ωτός
Ουδέτερο: Ενικός: γουράτσ̌ιν / γουράτσ̌' Πληθυντικός: γουράτσ̌α̤
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο, όπως δίνεται το λήμμα.