Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλισφερτζής (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αλισ̌φερτζ̌ής , 2. αλισ̌φερτσ̌ής Προφορά: αλισφερτζής
  1. πραματευτής Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια