Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αλίζω Προφορά: αλίζω
  1. αλατίζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Να αλίζ’νε και παστών’νε σε σα μαύρα τα πιθάρα̤
    2) Κρούω κι αλίζω.
    3) Εγώ ατόν θ’ αλίζ’ ατον και σον Μεχμέτ θα στείλω.

  2. αλατίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αλατίζω Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  4. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια