Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αλειμματοκέρ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αλειμματοκέρ
Προφορά: αλειμματοκέρ
κερί από ζωικό λίπος
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: αλειμματοκέριν/ αλειμματοκέρ'
Πληθυντικός: αλειμματοκέρα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια