Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αλαχτοράς (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αλαχτοράς
Προφορά: αλαχτοράς
αυτός που αγαπάει ή εκτρέφει πετεινούς
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: ο αλαχτοράς
Πληθυντικός: οι αλαχτοράδες, αλαχτοράντ\'
Παρατηρήσεις - Σχόλια