Ερμηνεία: αυτός που έχει ευμένεια της τύχης
Αρσενικό: Ενικός: γουρλής Πληθυντικός: γουρλήδες
Θηλυκό: Ενικός: γουρλήσα Πληθυντικός: γουρλήδες
Ουδέτερο: Ενικός: γουρλίν Πληθυντικός: γουρλία
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.