Προέλευση: από το αρχαίο ουσιαστικό ἅλας
Παραδείγματα: 1) Πολλά άλας μη βάλτς σό φαΐν. 2) Δίγω άλας τα σ̌κυλία. (χασομερώ άνεργος) 3) Το ψωμίν ατ’ άλας ’κ’ έχͮ’.
Ενικός: άλας Πληθυντικός: άλατα, αλάτα̤
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο κυρίως στον ενικό αριθμό.