Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αλάι (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αλάι , 2. αλάϊ Προφορά: αλάι
  1. 1) μοίρα στρατού 2) σύνολο ανθρώπων που πάνε σε γάμο ή βάφτιση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. συνοδεία, πομπή, πλήθος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια