Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ακουστός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ακουστός Προφορά: ακουστός
  1. αυτός που έχει ακούσει κάτι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Παράδειγμα:
    Ακουστός είμαι για τον Γιάννεν και την Τσ̌όφην ντο επάρθαν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια