Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ακούλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ακούλ Προφορά: ακούλ
  1. ο νούς ή νόηση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. νους, μυαλό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    Σ’ ακούλ’ κανείς ’κ’ έφτανεν ατεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια