Αρσενικό: ακόλωτος Θηλυκό: ακόλωτος, ακόλωτέσα Ουδέτερο: άκόλωτον
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας. Ετυμολογείται από : κόλος = πάτος, πυθμένας