Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γιοσμαλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γιοσμαλούκ' Προφορά: γιοσμαλούκ
  1. λεβεντιά, παλικαριά Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. αυταρέσκεια, κομψότητα Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια