Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άκλωστος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άκλωστος Προφορά: άκλωστος
  1. αμετάπειστος ο φανερά Μωαμεθανός και κρυφά Χριστιανός Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. που δεν είναι κλωσμένος, απ’ όπου δεν θα γυρίσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Σον άκλωστον και σον αγύριστον. (να πας)

Παρατηρήσεις - Σχόλια