Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άκλερος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άκλερος Προφορά: άκλερος
  1. φτωχός έρημος στον κόσμο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. άμοιρος, δυστυχής ο μή έχων κληρονόμους Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το αρχαίο επίθετο άκληρος

    Παράδειγμα:
    Αλί εμέν’ τον άκλερον, εγώ θε ν’ αποθάνω.

  3. άμοιρος, άκληρος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    ο άκλερος, η ακλερέσα, το άκλερον

Παρατηρήσεις - Σχόλια