Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άκλερον (το) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άκλερον Προφορά: άκλερον
  1. 1) κτήμα που μένει χωρίς κληρονόμους 2) το αντρικό μόριο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. Πηγή:

Παρατηρήσεις - Σχόλια